Αρχική | Σύνδεσμος | Συνδεσμος
Αρχική σελίδα arrow Άρθρα arrow Η κατάσταση των τσιγγάνων στο Δήμο Βέροιας
Τετάρτη, 10 Μάρτιος 2010
Η κατάσταση των τσιγγάνων στο Δήμο Βέροιας Εκτύπωση E-mail

Οι Τσιγγάνοι ή Ρομά (Rom), μέλη της πολυπληθέστερης διακρατικής μειονότητας στην Ευρώπη, πρωτοεμφανίζονται στον ελληνικό χώρο γύρω στο 14ο με 15° αιώνα μ.Χ. (Χατζησαββίδης,2007- Ευρωπαϊκή Ένωση). Είναι πληθυσμοί παραδοσιακά νομαδικοί με πολλές μεταξύ τους διαφοροποιήσεις που αφορούν τις χώρες προέλευσης, το βαθμό αφομοίωσης από την ελληνική κοινωνία, τη θρησκεία, τη μορφή της γλώσσας που μιλούν, το βαθμό εγκατάστασης κτλ. Επίσης είναι τα παραδοσιακά θύματα ακραίων ρατσιστικών προκαταλήψεων σχετικά με τη φιλοσοφία, τον τρόπο ζωής και τις επιλογές των κοινοτήτων τους. Συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα άρχισαν πρόσφατα να υιοθετούνται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες - στη βάση των ανθρώπινων δικαιωμάτων - για την επίλυση των προβλημάτων ως προς την απασχόληση, την εκπαίδευση και την στέγαση των Ρομά

Στην Ελλάδα ζουν περί τα 200.000-250.000 άτομα τσιγγάνικης καταγωγής με αυξητικές τάσεις. Ανήκουν σε διάφορες (συχνά και αντιμαχόμενες) «φυλές», δεν αποτελούν δηλαδή μια απόλυτα ομοιογενή ομάδα —ωστόσο όλοι ανεξαιρέτως αντιμετωπίζουν πολυσύνθετα προβλήματα. Αναφέρονται ενδεικτικά κάποιες διαφοροποιήσεις: Η πλειονότητα των Ελλήνων Ρομά είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, αντίθετα οι περισσότεροι Ρομά που ζουν στη Δ. Θράκη είναι Μουσουλμάνοι, μέλη της μόνης αναγνωρισμένης μειονότητας στην Ελλάδα από τη συνθήκη της Λωζάνης του 1923. Οι Ρομά κατά την ιστορική εξέλιξη των κοινοτήτων τους έχουν υιοθετήσει τρόπους ζωής και παραδόσεις που διαφέρουν από τα ήθη της πλειοψηφίας, θεωρούνται όμως από τους ίδιους θεμελιώδη στοιχεία της συλλογικής τους ταυτότητας και πηγή υπερηφάνειας του λαού τους.


1. Κοινωνικό πρόβλημα

Η θέση όλων των Ρομά είναι σε γενικές γραμμές δυσμενής εφόσον παραμένουν η πιο περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα στην Ελλάδα. Υπάρχει ωστόσο διαφορά οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης μεταξύ των διαφόρων τσιγγάνικων ομάδων. Η πιο ενταγμένη ομάδα αντιμετωπίζει πρόβλημα ισότιμης αντιμετώπισης από το ελληνικό κράτος και τους μη Τσιγγάνους Έλληνες ως θύματα καθημερινών και αλλεπάλληλων ρατσιστικών διακρίσεων. Η πολυπληθέστερη ομάδα των σκηνιτών παρουσιάζει επιπλέον οξύτατο πρόβλημα επιβίωσης.

Σκηνίτες εξακολουθεί να είναι ένας μεγάλος αριθμός Ρομά που ζουν σε πρόχειρους καταυλισμούς σε όλη την επικράτεια. Αρκετές φορές πλανάται ο γνωστός μύθος ότι οι Τσιγγάνοι απολαμβάνουν τις άθλιες συνθήκες με τις οποίες έμαθαν να ζουν και οι οποίες συνδέονται αναπόδραστα με τον αναλφαβητισμό και την παραβατικότητα. Πρόκειται για ρατσιστική επιχειρηματολογία που επικαλείται, εκτός της βιολογικής διαφοράς, και τις δήθεν ασύμβατες πολιτισμικές αποκλίσεις στις οποίες αποδίδουν ολοκληρωτικά την αδυναμία ομαλής ένταξης των Ρομά στην ελληνική κοινωνία.

Η πρώτη φορά που διαμορφώθηκε, δημοσιοποιήθηκε και άρχισε να εφαρμόζεται κρατικό πρόγραμμα αντιμετώπισης του προβλήματος ήταν μόλις το 1996! Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία «η κοινωνικοοικονομική περιθωριοποίηση των σκηνιτών είναι αυτή που υπαγορεύει τον εξανθρωπισμό του καθημερινού τους βίου οδηγώντας τους σε πρακτικές επιβίωσης που αντιστρατεύονται την κοινωνική πρόοδο» (Διβάνη: 2001). Οι Ρομά στη χώρα μας δεν έχουν καμία διαπραγματευτική ισχύ και ελάχιστη πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων είτε σε εθνικό είτε σε τοπικό επίπεδο.

Αν δεν αλλάξουν δραστικά τα δεδομένα, με την πάροδο του χρόνου οι ανειδίκευτοι και αναλφάβητοι στη μεγάλη πλειονότητά τους Ρομά είναι καταδικασμένοι να περιθωριοποιηθούν ακόμα περισσότερο λόγω των οικονομικών συνθηκών που επικρατούν. Η κατάσταση αυτή καθίσταται επισφαλής για όλο το Δήμο μας, αφού είναι σχεδόν βέβαιο ότι προβλήματα επιθετικότητας, παραβατικότητας και πράξεων που εναπόκεινται στις διατάξεις του ποινικού κώδικα εδραιώνονται. Η γενικότερη ανομία επιφέρει μια σειρά άλλων παράπλευρων δυσλειτουργιών τόσο στο δήμο όσο και στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών.


Το οικιστικό πρόβλημα αναγνωρίζεται ως το πιο κομβικό για τους Ρομά. Είναι γεγονός ότι η διαμονή σε μόνιμη γνωστή κατοικία συνδέεται με τη δυνατότητα ενός πολίτη να απολαμβάνει ορισμένα δικαιώματα αλλά και να συναλλάσσεται νομίμως με δημόσια πρόσωπα ή ιδιώτες. Η νομαδική ζωή των Ρομά και η διαβίωσή τους σε παράνομους καταυλισμούς στα όρια δήμων (χωρίς αναγκαστικά να υπάρχει οικογενειακή τους μερίδα εκεί) λειτουργεί ως τροχοπέδη στην κοινωνική ένταξή τους.

Οι συνθήκες ζωής στον καταυλισμό είναι άθλιες. Οι Τσιγγάνοι ζουν σε παράγκες, μέσα στα σκουπίδια, χωρίς νερό, τουαλέτες, φως, στο έλεος των καιρικών φαινομένων και των επιδημιών. Έτσι ο τσιγγάνικος καταυλισμός αποτελεί εστία μόλυνσης και παραβατικότητας με αποτέλεσμα οι μη Τσιγγάνοι δημότες να θεωρούν την παρουσία των Τσιγγάνων ντροπή και υποβάθμιση για την περιοχή τους και να προσπαθούν με κάθε πρόσχημα να τους διώξουν. Είναι εξάλλου γεγονός ότι συχνά οι Τσιγγάνοι, στερούμενοι εναλλακτικής λύσης, καταπατούν δημοτικά ή και ιδιωτικά οικόπεδα - όπως συμβαίνει με τους Ρομά του Δήμου μας στην περιοχή του Εργοχωρίου- προκειμένου να στήσουν τις πρόχειρες εγκαταστάσεις τους. Η πρακτική αυτή οδηγεί στην όξυνση των αντιθέσεων, στη διασπορά ρατσιστικών επιχειρημάτων και στη διαιώνιση του κοινωνικού προβλήματος της συμβίωσης των Ρομά με τους υπόλοιπους πολίτες.

Είναι γνωστή η συζήτηση αν πρέπει να επιλεγούν μέτρα που οδηγούν στην άνευ όρων αφομοίωση ή στην υπό όρους σταδιακή ένταξη των Τσιγγάνων. Καταρχήν πιστεύουμε, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η λύση που προτείνουν οι ίδιοι οι τσιγγάνοι, σύμφωνα με την οποία επιθυμούν μια κατοικία. Έχει καταγραφεί μια σαφέστατη τάση εδραιοποίησης των Τσιγγάνων και ήδη το 50% αυτών ζουν για πάνω από 20 χρόνια στο ίδιο μέρος. Οι μετακινήσεις τους σήμερα είναι αραιότερες, προσωρινές και έχουν άξονα την ανεύρεση εργασίας. Για το θέμα στέγης έχει προταθεί η λύση απόκτησης στέγης εντός νέων αυτοδιαχειριζόμενων οικισμών. Οι οικισμοί πρέπει να διαθέτουν χωροθετημένα οικόπεδα, υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, αποχέτευση, πρόσβαση στις αστικές συγκοινωνίες, σχολεία και ιατρείο. Είναι απαραίτητη επίσης η κινητοποίηση και η ενεργός συμμετοχή των ίδιων των Ρομά για την αυτοδιαχείριση των οικισμών τους μέσω συμβουλίου διαχείρισης και εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας. Ακόμα να εξασφαλιστεί η υποστήριξη προκειμένου να χορηγηθούν δάνεια στους οικοπεδούχους Τσιγγάνους που δεν είναι εξοικειωμένοι στη γραφειοκρατία. Μια τελευταί λύση είναι να νοικιαστούν κατοικίες από τους δήμους για στέγαση τσιγγάνικων οικογενειών.

Η διασφάλιση των συνθηκών υγείας των Ελλήνων πολιτών αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας, που στηρίζεται στις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 2, παρ.3).

Η κατάσταση της υγείας του πληθυσμού ιδίως των σκηνιτών είναι επισφαλής λόγω των κακών συνθηκών διαβίωσης αλλά και της εξάπλωσης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Επιπλέον ένα μεγάλο ποσοστό των Τσιγγάνων είναι εντελώς ανασφάλιστοι. Η μόνη περίθαλψη που έχουν - όσοι έχουν- είναι των απόρων.


Η σχολική φοίτηση των Τσιγγάνων -εκτός του ότι είναι εκτός παραδοσιακού αξιακού κώδικα- είναι εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η μετακίνηση, τα οικονομικά προβλήματα που οδηγούν στην παιδική εργασία, η απόσταση από το σχολείο, τα φαινόμενα ρατσισμού στα σχολεία, η έλλειψη κατάλληλης και μόνιμης στέγης κλπ. Συχνά αποδίδεται στους τσιγγάνους η αποχή από τη σχολική διαδικασία ως προϊόν επιλογής. Από πουθενά όμως δεν αποδεικνύεται ότι οι Τσιγγάνοι δεν φοιτούν στο σχολείο για να διαφυλάξουν την ιδιαίτερη πολιτισμική τους ταυτότητα. Απεναντίας αντιμετωπίζουν ρατσιστικές πρακτικές όσοι επιχειρούν να εκπαιδευτούν, όπως:

α) Ανοιχτές απόπειρες αποκλεισμού των τσιγγανοπαίδων με κινητοποίηση της κοινωνίας, γονιών, μαθητών, δασκάλων.

β) Παθητικό αποκλεισμό τους μέσα στην τάξη με την περιθωριοποίησή τους.

γ) Το ανταγωνιστικό πνεύμα του σχολείου καθιστά αναλφάβητο το 60% των τσιγγανοπαίδων.

Αξίζει να μνημονευθεί ότι τα στερεότυπα που ερμηνεύουν τους λόγους της μη παρακολούθησης των τσιγγανοπαίδων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη Διβάνη (2001) «τα παιδιά Ρομά ανταποκρίνονται καλά όταν η εκπαιδευτική διαδικασία λαμβάνει υπ’ όψιν τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των μαθητών (το γεγονός δηλαδή ότι μετακινούνται, ότι δεν έχουν μητρική γλώσσα την ελληνική κλπ). Συνήθως τα παιδιά Ρομά αντιμετωπίζονται από μαθητές και δασκάλους ως ενοχλητικοί παρίες που καθυστερούν την υλοποίηση του προγράμματος και υποβαθμίζουν την εικόνα του σχολείου. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες τα παιδιά Ρομά είναι φυσικό να νιώθουν ανεπιθύμητα, να απογοητεύονται και να εγκαταλείπουν το σχολείο. Να σημειωθεί επιπλέον ότι σήμερα που το σχολείο εκχωρεί μεγάλο μέρος των ευθυνών του στην οικογένεια, είναι σαφές ότι οι Τσιγγάνοι μαθητές βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση δεδομένου ότι οι οικογένειές τους δεν μπορούν ούτε να παρακολουθήσουν και να ενισχύσουν την εκπαίδευσή τους στο σπίτι ούτε και να διαπραγματευτούν με τους εκπροσώπους του εκπαιδευτικού συστήματος και να διεκδικήσουν δικαιώματα των παιδιών τους.

Η πολιτεία δραστηριοποιήθηκε αρχικά με στόχο την ένταξη των τσιγγανοπαίδων στο κεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα. Μέσω του τμήματος διαπολιτισμικής εκπαίδευσης ΥΠΕΠΘ άρχισε να υλοποιείται από το Μάιο του 1997 πρόγραμμα εκπαίδευσης τσιγγανοπαίδων, το οποίο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η εκπαίδευση της νέας γενιάς Ρομά (αλλά και των αναλφάβητων όλων των ηλικιών που το επιθυμούν) πρέπει να προσεχτεί ιδιαιτέρως γιατί είναι το κλειδί που θα ανοίξει τις πόρτες της κοινωνίας και της οικονομίας στην περιθωριοποιημένη αυτή ομάδα. 

Οι Τσιγγάνοι παραδοσιακά ήταν μια κλειστή κοινωνική ομάδα με δική της δομή και ιεραρχία, βασιζόμενη στην ευρεία οικογένεια και τη γλώσσα ως συνεκτικό δεσμό μαζί με τις παραδόσεις και τα έθιμα.

Η ένταξη των Τσιγγάνων στην αγορά νόμιμης εργασίας συνδέεται πλέον απολύτως με την εκπαίδευση. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχουν Τσιγγάνοι σε επαγγέλματα επιστημονικά ή εν γένει υψηλής εξειδίκευσης αλλά ούτε στον τομέα των υπηρεσιών. Όσοι απ’ αυτούς απασχολούνται στον αγροτικό τομέα είναι σε δυσμενή κατάσταση εξαιτίας του πολλαπλασιασμού των εργατικών χεριών με την εισροή των οικονομικών μεταναστών. Όσοι ασχολούνται με το υπαίθριο εμπόριο (λαϊκές αγορές) αντιμετωπίζουν πρόβλημα νομιμότητας, γιατί αγνοούν τις διαδικασίες απόκτησης άδειας - ενώ δεν είναι πολύ δύσκολο να την αποκτήσουν -σε αντίθεση με την άδεια για πλανόδιο εμπόριο που αποδεικνύεται δυσπρόσιτη. Το 60% των Ρομά είναι άνεργοι, συνταξιούχοι, ασχολούμενοι με τα οικιακά κλπ. Ο αποκλεισμός τους από την αγορά εργασίας έχει αλυσιδωτές επιδράσεις στη ζωή τους, δεδομένου ότι δεν τους καταδικάζει μόνο στη φτώχεια αλλά τους ωθεί ολοένα και περισσότερο στην παραβατικότητα και στη διακίνηση ναρκωτικών. Το αποτέλεσμα είναι η δραματική χειροτέρευση της υγείας τους αλλά και της σχέσης τους με τους υπόλοιπους Έλληνες και τις αρχές. Υπογραμμίζεται ότι οι γυναίκες Ρομά βρίσκονται σε ακόμη δυσμενέστερη μοίρα αφού απουσιάζουν εντελώς από την αγορά εργασίας.


Οι Τσιγγάνοι, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο είναι αναγκασμένοι να επιβιώνουν, έχουν συχνότατα μεγάλες εκκρεμότητες ως δημότες και πολίτες. Σύμφωνα με έρευνα του δικτύου DROM —Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων- το 5,5% των ερωτηθέντων δεν είχε δηλωθεί στο Ληξιαρχείο, 10 % δεν έχει ταυτότητα ή άλλο ανάλογο πιστοποιητικό, το 25% των δικαιουμένων λόγω ηλικίας δεν έχουν εκλογικό βιβλιάριο και το 50% περίπου δεν είχε εγγραφεί στα δημοτολόγια. Το γεγονός αυτό πυροδοτεί με τη σειρά του ή ανατροφοδοτεί όλα τα υπόλοιπα προβλήματα. Ένα αδήλωτο παιδί (ή παιδί αδήλωτων γονιών) δεν μπορεί λ.χ. να εγγραφεί στο σχολείο. Ο αδήλωτος πολίτης απλούστατα δεν υπάρχει για το κράτος. Καταλήγουμε ότι βασικότατος όρος για την ένταξη των Ρομά είναι η επίλυση με κάθε δυνατό τρόπο των αστικοδημοτικών εκκρεμοτήτων τους που δυναμιτίζουν κάθε ελπίδα εξομάλυνσης και συμβίωσης με το σύνολο.


Οι τοπικές κοινωνίες είναι συνήθως εχθρικές, παρουσιάζουν δηλαδή εξαιρετικά μεγάλη απροθυμία να εντάξουν στους κόλπους τους Τσιγγάνους εφόσον η παρουσία τους σε οποιαδήποτε περιοχή θεωρείται ένδειξη υποβάθμισης. Η συνήθης πρακτική που προσφέρει ένα εύκολο κοινωνικό άλλοθι είναι να κατηγορείται το σύνολο των Τσιγγάνων για παραβατικές πράξεις που έχει διαπράξει μια μειοψηφία. Ο λόγος των ΜΜΕ άλλωστε τους αποδίδει πολλές φορές ιδιότητες περιθωριακές και επικίνδυνες. Για το λόγο αυτό πρέπει να αναπτυχθούν πολιτιστικά και παιδαγωγικά προγράμματα αλληλογνωριμίας και αλληλοαποδοχής, που χαρακτηρίζουν μια διαπολιτισμική κοινωνία. Χρήσιμο είναι επίσης να υπάρξει ανταποδοτικό όφελος ως κίνητρο στην τοπική κοινωνία που θα αγκαλιάσει έναν οικισμό (αθλητικές εγκαταστάσεις, αποχέτευση κλπ).

ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πολιτεία οφείλει προσαρμοζόμενη στις αρχές που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αναλάβει τις ευθύνες της δρομολογώντας λύσεις στα πολυεπίπεδα προβλήματα των Ρομά πολιτών και ευαισθητοποιώντας ταυτόχρονα την ευρύτερη κοινωνία. Ο Δήμος Βέροιας στηριζόμενος σε μια ολιστική προσέγγιση των θεμάτων που αφορούν τους Τσιγγάνους πολίτες της πόλης μας, πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε όλες τις δράσεις και τα έργα που αφορούν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Οι δράσεις πέρα από τις πρωτοβουλίες των ΟΤΑ Α’ και Β’ βαθμού οφείλουν να περιλαμβάνουν και συνεργασίες με φορείς και υπηρεσίες που δραστηριοποιούνται πάνω σε θέματα Τσιγγάνων.


Έτσι λοιπόν προτείνουμε:

να αξιοποιηθεί το πρόγραμμα δωρεάν παροχής νομικής βοήθειας για άτομα που χρήζουν ανάγκης.να ληφθούν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εκπαίδευση και την ευαισθητοποίηση ολόκληρης της κοινωνίας και των δημόσιων λειτουργών μέσα από επιμορφώσεις και επισκέψεις στις αντίστοιχες υπηρεσίες, ώστε να μην καταπατούνται τα δικαιώματα των Τσιγγάνων.να εξασφαλιστεί με δράσεις ενίσχυσης η είσοδός τους στα κέντρα λήψης αποφάσεων και σε τοπικό επίπεδο δημιουργώντας συγχρόνως δίαυλους επικοινωνίας μεταξύ Τσιγγάνων και τοπικής αυτοδιοίκησης με συμμετοχή διαμεσολαβητών.να λυθούν άμεσα οι αστικοδημοτικές εκκρεμότητες των Τσιγγάνων. να εξασφαλιστεί με κάθε τρόπο η πρόσβαση των Τσιγγάνων στην εκπαίδευση και να γεφυρωθεί άμεσα η απόσταση που χωρίζει τους Τσιγγάνους μαθητές από τους υπόλοιπους μαθητές.να εξασφαλιστεί με νομοθετικά και άλλα κατάλληλα μέτρα ο σεβασμός και η εξάλειψη κάθε διάκρισης εναντίον όλων των Τσιγγάνων, όπως με δράσεις ενημέρωσης της τοπικής κοινωνίας σε θέματα Τσιγγάνων.να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης της υγείας του πληθυσμούνα δημιουργηθούν χώροι υποδοχής τύπου οργανωμένου κάμπινγκ για τους εποχικά μετακινούμενους για εργασιακούς λόγους να εξασφαλιστεί αξιοπρεπής και κατάλληλη στέγη για τους Ρομά.

Στο πλαίσιο της πολιτικής που θα ασκήσει ο Δήμος Βέροιας για την εφαρμογή προγραμμάτων δράσης για τους Τσιγγάνους του Δήμου της Βέροιας είναι και η ομαλή ένταξη των Τσιγγάνων στην τοπική κοινωνία, αλλά και στην ευρύτερη, με το σεβασμό και την παράλληλη διατήρηση των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών τους. Η πολιτική αυτή θα υποστηριχτεί από τριμελή διεπιστημονική ομάδα που θα κληθεί να υλοποιήσει το «Πρόγραμμα Υποστήριξης και Ενίσχυσης των Τσιγγάνων του Δήμου Βέροιας».

Εν κατακλείδι, θεωρείται επιβεβλημένη η ανάγκη για μια ενισχυτική, διορθωτική και σωστά σχεδιασμένη παρέμβαση ξεκινώντας από την καταγραφή και αποτύπωση του προβλήματος. Με μια πρόχειρη εκτίμηση διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν 15 περίπου οικογένειες με μέσο όρο μελών 5 άτομα, οι οποίοι ζουν σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης στερούμενοι των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων στην περιοχή Εργoχωρίου Βέροιας.

Θα ακολουθήσουν δράσεις προσανατολισμένες στο πνεύμα ένταξης των Τσιγγάνων και της γενικότερης ευημερία των πολιτών του Δήμου μας. Οι δράσεις έχουν ορίζοντα τετραετίας.

Οι καθημερινές πρακτικές, πρωτοβουλίες και ενέργειες θα καταγράφονται σε ημερολόγιο με ευθύνη της ομάδας.

Το έργο θα αξιολογείται κάθε έξι μήνες. Κάθε χρόνο θα υπάρχει η ετήσια έκθεση πεπραγμένων η οποία θα τίθεται στην κρίση των αρμόδιων φορέων του Δήμου.


Τελευταία ανανέωση ( Πέμπτη, 12 Απρίλιος 2007 )